logo diazigionet 01

Το διεθνές δίκαιο αποδέχεται την έννοια της περιουσιακής αυτοτέλειας του προσώπου. Κάθε άτομο πέραν του δικαιώματος της προσωπικότητας, έχει και το δικαίωμα της δικής του περιουσίας. Στην περίπτωση δε του γάμου τότε κάθε κράτος έχει ένα δικό του δικαιϊκό σύστημα με το οποίο καθορίζει τις σχέσεις μεταξύ των συζύγων αλλά και της περιουσίας αυτών. Στην Ελλάδα δυνάμει της συνταγματικά κατοχυρωμένης έννοιας της ισονομίας των δύο φύλων (α.4§2Σ) δίδεται έμφαση στην δίκαιη κατανομή μεταξύ των συζύγων της περιουσίας που αποκτήθηκε από την κοινή συνεισφορά και συνεργασία τους κατά την διάρκεια του γάμου και από το ίδιο το γεγονός της κοινής ζωής τους.

Η αξίωση γεννιέται με δύο τρόπους ή καλύτερα σε δύο χρονικά σημεία. Ο πρώτος τρόπος – χρονικό σημείο είναι αυτός της έναρξης της διάστασης μεταξύ των συζύγων , δηλαδή της πραγματικής απομάκρυνσης του ενός από τον άλλο. Ο δεύτερος τρόπος και χρονικό σημείο γέννησης του δικαιώματος είναι η ύπαρξη αμετακλήτου αποφάσεως περί διαζυγίου. Ύστερα από αυτό το χρονικό σημείο το δικαίωμα παραγράφεται.

Είναι λογικό διότι ο νομοθέτης έχει προβλέψει ότι κάθε άτομο και προσωπικότητα ύστερα από την νόμιμη λύση του γάμου του έχει δικαίωμα να ξαναφτιάξει την ζωή του, να ξαναπαντρευτεί ενδεχομένως ή να αποκτήσει και άλλα τέκνα. Συνακόλουθα δεν θα πρέπει να βαρύνεται συνεχώς με την ενδεχόμενη περίπτωση να του ζητηθούν «αποκτήματα» από προηγούμενο γάμο ενώ θα έχει ήδη μία νέα οικογένεια έναν νέο οικογενειακό προϋπολογισμό και μια νέα κοινή ζωή με έτερο σύντροφο και φυσικά μια νέα περιουσία που γεννιέται από την κοινή συνεισφορά των νέων πλέον συζύγων.

Η αξίωση για τα «αποκτήματα» είναι αρχικά χρηματική αλλά υπάρχει η δυνατότητα ανάλογα με τις συνθήκες και το είδος της περιουσίας να αποφασισθεί η απόδοση αυτούσιων περιουσιακών στοιχείων. Προηγούμενη συμφωνία περί αποκτημάτων δεν είναι έγκυρη. Παραταύτα έχει κριθεί από την νομολογία ότι είναι έγκυρη η ρύθμισή τους με συμφωνία ενόψει συναινετικού διαζυγίου.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζεται στην περίπτωση της αξίωσης περί αποκτημάτων είναι η χρονική αποτίμηση της περιουσίας. Ο χρόνος αποτίμησης είναι πολύ σημαντικός. Η μόνη ορθή λύση για την δίκαιη ανακατανομή των αποκτημάτων των συζύγων είναι η αποτίμηση των περιουσιακών αντικειμένων, τόσο της αρχικής όσο και της τελικής περιουσίας με τιμές του ΙΔΙΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, είτε αυτός είναι η γέννηση της αξίωσης , είτε της άσκησης της αγωγής ώστε να υπάρχει κοινή βάση αποτίμησης. (Τίθεται μεγάλο πρόβλημα στην περιουσιακή αποτίμηση μετοχών ή ακόμα και ακινήτων). Από την Ελληνική δικαιοσύνη λαμβάνεται υπόψη και η χρήση η οποία έχει γίνει στα αντικείμενα που επικαλούνται η διάδικοι ότι αποτελούν αύξηση της περιουσίας. Έτσι έχει κριθεί ότι έπιπλα , κουζινικά , είδη καθημερινής χρήσεως ακόμα και αν είναι ηλεκτρικές συσκευές εξαιτίας της πολυετούς χρήσεώς τους δεν έχουν αξία ώστε να αποτιμηθούν ως μέρος της αύξησης της περιουσίας των συζύγων (πχ. Μία συσκευή video της περασμένης δεκαετίας ή αντίστοιχα ένα συγκρότημα στέρεο της αντίστοιχης εποχής..)

Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων τίθεται μία απολύτως δίκαιη εξαίρεση. Δεν υπολογίζεται ότι οι σύζυγοι απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες. Έχει γίνει δεκτό από την νομολογία ότι στις εξαιρέσεις αυτές ανήκει και η άτυπη παραχώρηση νομής ακινήτου από κάποιον τρίτο. Είναι λοιπόν λογικό ότι οι γονικές παροχές που έλαβαν οι σύζυγοι από τους γονείς τους κατά την διάρκεια του γάμου τους δεν μπορούν να συνυπολογιστούν στην κοινή περιουσία. Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που η γονική παροχή είναι μόνον το οικόπεδο και οι σύζυγοι οικοδομούν επ'αυτού; Είναι μία περίπτωση που συμβαίνει πολύ συχνά στην Ελλάδα. Η αύξηση της περιουσίας είναι δυνατόν να υπολογισθεί επί της αξίας των ακινήτων που κατασκευάσθηκαν επί του οικοπέδου και ανάλογα με την συνεισφορά εκάστου των συζύγων.

Ποια είναι η συνεισφορά των συζύγων; Υπάρχει ένας κανόνας. Η συμβολή έκαστου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου ανέρχεται στο 1/3. ΟΜΩΣ ο κανόνας αυτός που νομικά ονομάζεται τεκμήριο είναι μαχητός, δηλαδή δέχεται ανταπόδειξη. Ο έτερος σύζυγος έχει την ευχέρεια να αποδείξει ότι η συμβολή του ετέρου συζύγου είτε ήταν μικρότερη είτε ήταν ανύπαρκτη. Σε κάθε λοιπόν περίπτωση θα πρέπει να αποδειχθεί α) η μορφή της συμβολής και β) το μέγεθος αυτής.

Είναι συχνό να παρατηρούμε σε αποφάσεις ότι η συμβολή της μητέρας λόγω της ανατροφής των παιδιών συνίσταται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας. Παραταύτα αυτό δεν είναι απόλυτο διότι υπάρχουν και αποφάσεις που υπό προϋποθέσεις δέχονται ότι η ανατροφή των παιδιών είναι μέσα στα καθήκοντα του γάμου.

Τα αποκτήματα είναι ένα από τα πιο δύσκολα σημεία των αποτελεσμάτων του γάμου και αντίστοιχα της ομαλής λύσεως αυτού και θέλουν μεγάλη προσοχή.